Είναι Σάββατο, 19:30. Έχεις κανονίσει να βγεις για ποτό με φίλους που έχεις να δεις καιρό. Το ραντεβού είναι στις 21:30, κάπου στο κέντρο. Έχεις ήδη αρχίσει να σκέφτεσαι πού θα παρκάρεις, τι θα φορέσεις, αν θα βρεις τραπέζι και πόσο θα αντέξεις πριν αρχίσεις να χασμουριέσαι. Κοιτάζεις το ρολόι και συνειδητοποιείς ότι σε λίγο πρέπει να σηκωθείς από τον καναπέ.
Και τότε συμβαίνει το θαύμα. Το κινητό δονείται. Μήνυμα στην ομαδική συνομιλία. "Παιδιά, συγγνώμη, αλλά είμαι κομμάτια. Μήπως να το αφήσουμε για άλλη φορά;".
Για μερικά δευτερόλεπτα προσπαθείς να συγκρατήσεις τον ενθουσιασμό σου. Δεν θέλεις να φανείς υπερβολικά χαρούμενος. Απαντάς με ένα απολύτως ψύχραιμο και αρκετά πονηρό, "Κανένα πρόβλημα, παιδιά. Όποτε θέλετε". Στην πραγματικότητα, όμως, μέσα σου πανηγυρίζεις σαν να μπήκε γκολ στο τελευταίο λεπτό ενός τελικού Champions League. Συγχαρητήρια. Μεγάλωσες.
Από το "πού θα πάμε μετά;" στο "τι ώρα θα γυρίσουμε;"
Κάποτε τα Σαββατόβραδα είχαν διαφορετικούς κανόνες. Στα 20 σου, το να μείνεις σπίτι ήταν σχεδόν κοινωνική αποτυχία. Αν ακυρωνόταν μια έξοδος, έπαιρνες τηλέφωνα, έστελνες μηνύματα και αναζητούσες απεγνωσμένα εναλλακτικό σχέδιο. Αποκλειόταν να πάει χαμένο το Σάββατο.
Στα 25, μπορούσες να ξεκινήσεις για ένα χαλαρό ποτό στις 23:00 και να επιστρέψεις σπίτι όταν ο φούρνος της γειτονιάς είχε ήδη βγάλει τις πρώτες τυρόπιτες. Στα 30, άρχισες να εκτιμάς το τραπέζι αντί για την ορθοστασία. Κάπου μετά τα 35, όμως, συνέβη κάτι περίεργο. Άρχισες να αντιμετωπίζεις κάθε πρόσκληση σαν μια μικρή διαπραγμάτευση με τον εαυτό σου.
Πού θα πάμε; Πόση φασαρία θα έχει; Θα μπορούμε να μιλήσουμε χωρίς να ουρλιάζουμε; Θα χρειαστεί να περιμένουμε 40 λεπτά για ένα ποτό; Και, το σημαντικότερο, μπορούμε να τελειώσουμε μέχρι τις 23:30;
Φυσικά, εξακολουθείς να αγαπάς τους φίλους σου. Θέλεις να τους δεις, να γελάσετε, να πείτε ιστορίες. Απλώς έχεις αρχίσει να πιστεύεις ότι όλα αυτά μπορούν να γίνουν και στις 18:00, συνοδεία ενός καλού φαγητού, χωρίς να χρειάζεται να καταστραφεί ολόκληρη η επόμενη ημέρα. Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι πλέον η έξοδος. Είναι ολόκληρη η διαδικασία που τη συνοδεύει.
Η ανεκτίμητη πολυτέλεια του να μη χρειάζεται να κάνεις τίποτα
Η ακύρωση μιας εξόδου έχει μια ιδιαίτερη γοητεία. Είναι σαν να κερδίζεις ξαφνικά τρεις ή τέσσερις ώρες που είχες ήδη θεωρήσει χαμένες. Και μάλιστα χωρίς να χρειαστεί να δώσεις εξηγήσεις.
Δεν είσαι εσύ εκείνος που ακύρωσε. Δεν χρειάζεται να επινοήσεις δικαιολογίες. Δεν κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς αντικοινωνικός. Κάποιος άλλος ανέλαβε την ευθύνη και σου χάρισε το τέλειο άλλοθι.
Το καλύτερο είναι ότι πλέον μπορείς να αξιοποιήσεις τον χρόνο σου όπως ακριβώς επιθυμείς. Να παραγγείλεις κάτι, να ανοίξεις μια μπίρα, να βάλεις μια ταινία που πιθανότατα θα παρακολουθήσεις μέχρι τη μέση. Να παίξεις λίγο Xbox ή απλώς να ξαπλώσεις χωρίς να κοιτάζεις συνεχώς την ώρα.

Αν είσαι πραγματικά τολμηρός, μπορεί να κοιμηθείς και από τις 22:30. Σάββατο βράδυ. Χωρίς καμία απολύτως ενοχή. Και το πιο παράδοξο; Το πρωί της Κυριακής θα ξυπνήσεις ξεκούραστος, με την αίσθηση ότι πήρες μία από τις καλύτερες αποφάσεις της εβδομάδας. Μόνο που δεν την πήρες καν εσύ.
Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να μετατραπούμε όλοι σε ερημίτες. Οι φιλίες χρειάζονται χρόνο, παρουσία και πραγματική επαφή. Η ζωή δεν γίνεται πιο ενδιαφέρουσα όταν περιορίζεται σε τέσσερις τοίχους, όσο αναπαυτικός κι αν είναι ο καναπές μας.
Ίσως, όμως, όσο μεγαλώνουμε, να καταλαβαίνουμε καλύτερα τι πραγματικά μας ευχαριστεί. Δεν χρειάζεται πια να βρισκόμαστε παντού, να αποδεχόμαστε κάθε πρόσκληση ή να αποδεικνύουμε ότι περνάμε καλά. Κάποιες φορές, όπως είπε ο Tom Hardy, το να αράξεις στον καναπέ με τα σνακ σου είναι ό,τι καλύτερο.
